μοιχικός

μοιχικός
η , ό[ν] относящийся к измене, к прелюбодеянию

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "μοιχικός" в других словарях:

  • μοιχικός — adulterous masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικός — ή, ό (Α μοιχικός, ή, όν) [μοιχός] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον μοιχό ή στη μοιχεία («μοιχικαὶ διαβολαί» κατηγορίες για μοιχεία, Λουκιαν.) 2. επιρρεπής προς τη μοιχεία. επίρρ... μοιχικῶς (ΑΜ) με τρόπο μοιχικό, που αρμόζει σε μοιχό …   Dictionary of Greek

  • μοιχικά — μοιχικός adulterous neut nom/voc/acc pl μοιχικά̱ , μοιχικός adulterous fem nom/voc/acc dual μοιχικά̱ , μοιχικός adulterous fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικῶν — μοιχικός adulterous fem gen pl μοιχικός adulterous masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικόν — μοιχικός adulterous masc acc sg μοιχικός adulterous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικαῖς — μοιχικός adulterous fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικαί — μοιχικός adulterous fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικοῖς — μοιχικός adulterous masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικοί — μοιχικός adulterous masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικοῦ — μοιχικός adulterous masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχικούς — μοιχικός adulterous masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»